Your stories

Ένα αγόρι, ένα ραβδί και η αξία της επιμονής . . .

 

Γράφει ο Γιώργος Καποδίστριας

Η ώρα ήταν περασμένη, η στιγμή που κάθε παιδί περιμένει, είχε φτάσει και η ανυπομονησία του μικρού αγοριού έκανε τα πόδια του να τρέμουν.  Ο μαθητής της πέμπτης τάξης του δημοτικού είχε γενέθλια! Η μεγάλη μέρα που ο ίδιος, βασιλέας πρώτος του ονόματος του, εκείνος που έχαιρε την τιμή να είναι πρωτότοκο  παιδί και εγγόνι, θα λάμβανε σαν θεός θαρρείς τις  οφειλόμενες προσφορές αγάπης, είχε επιτέλους φτάσει. Εμπρός του μια στοίβα χρωματιστά κουτιά τον ξεπερνούσε σε ύψος, γύρω τους γεύσεις γλυκιές και αγαπημένες, που μύριζαν σπίτι, ξυπνούσαν μνήμες παλιές και ξεχασμένες. Ντυμένος στα μπλε, ο μικρός πρίγκηπας άφησε τους υποτελείς του, γιαγιάδες και παππούδες, θείες και θείους, να τον ασπαστούν και αμέσως κάθισε στο ολόδικο του σκαμνί. Εκείνο που φυσικά έφτανε να καθίσει. Ο βασιλέας ήτο στο θρόνο του! Και στην έδρα του εκείνος είναι αφέντης! Τίποτα εδώ δεν τολμά να προκαλέσει την κυριαρχία του.

Πρώτα στα χέρια του έβαλαν τα δώρα τους οι γιαγιούλες και με κρυφό καμάρι για την επιλογή τους, έκλεψαν εκείνο το χαμόγελο που ήθελαν και επέστρεψαν στην θέση τους. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο και υψώνονταν τα βουνά από τα άδεια κουτιά και τα σκισμένα χρωματιστά χαρτιά, άλλο τόσο άνοιγε η όρεξη του και γίνονταν άπληστος. Αυτοκινητάκια, κάστρα και άλλα τόσα είχαν μαζευτεί στα πόδια του μα κάτι μέσα του έλεγε πως το καλύτερο δώρο θα του το έδιναν οι γονείς του, που πάντοτε του το εμφάνιζαν στο τέλος.

Και να που η ώρα έφτασε και η μαμά με το μπαμπά του, πλησίασαν το σκαμνί. Η μαμά του άρχισε πάλι να τον χαϊδολογεί και να προσπαθεί να τον κάνει να κοκκινήσει εμπρός σε όλους! Μα είναι άνω ποταμών! Μα τέτοιο θράσος! Κι όμως ήταν διατεθειμένος να τα υπομείνει όλα για να πάρει αυτό που του έφερναν. Μα πόσο ώριμος είχε πια γίνει;  είχε άραγε όρια η εξέλιξη του;

«Ξέρω πως ήταν μια δύσκολη χρονιά.» Του είπε η μαμά του εξακολουθώντας να του τραβά τα μάγουλα και να του φιλά του μούτρα. « Και τα πράγματα στην παιδική χαρά ήταν.. Λίγο παράξενα εφέτος».

«Έλα επιτέλους! Τον κάτσιασες, δώστου το.» Είπε ο πατέρας πέρα από το οπτικό του πεδίο καθώς το μόνο που μπορούσε να δει ήταν η μαμά του.

«Σου πήραμε ένα μαγικό ραβδί!» Ο πατέρας του έχασε την υπομονή του και χάλασε την έκπληξη. «Ναι από μια ταινία!» Έπεσε σιωπή. « Μα τον κάτσιασε μια ώρα!.» Τον άκουσε να δικαιολογείται στους πιο πίσω υπηκόους.

Αμέσως η φαντασία του νεαρού ξεπέρασε σε ταχύτητα εκείνη του φωτός και είδε τον εαυτό του να εκτελεί τα εντυπωσιακότερα μαγικά. Τα χέρια του απελευθέρωσαν τις κορδέλες και άνοιξαν το εσωτερικό του μικρού κουτιού. Μα τη πανουργία του είχαν στήσει; δεν ήταν καλός; σήμερα δεν ήταν η μέρα του; « Αυτό δε είναι μαγικό ραβδί!» είπε με παράπονο και την επόμενη αμέσως στιγμή βρέθηκε να κάθετε πίσω στην αίθουσα τις πέμπτης τάξης του δημοτικού.

Για ακόμα μια φορά ζούσε τον εφιάλτη στο τελευταίο θρανίο, με τις πλάτες όλων γυρισμένες και με τον μεγάλο και μοχθηρό μαύρο πίνακα να τον κοιτά. Πάνω του υπήρχαν λευκές λέξεις, και όσο τις κοιτούσε τόσο ζάλιζαν, τόσο ο πίνακας μεγάλωνε και εκείνος μίκραινε κάτω από την απεραντοσύνη του. Θα έπεφτε να τον πλακώσει; Να τον εξαφανίσει; Γιατί τα είχε βάλει μαζί του; Είχε φταίξει σε κάτι;

Όσο ο μεγάλος μαύρος πίνακας μεγάλωνε και τον πλησίαζε, πάνω του άρχισε να διαβάζει λέξεις, ήταν το όνομα του γραμμένο ξανά και ξανά. Γραμμένο από δεκαπέντε διαφορετικά χεράκια, καθένα είχε καταβάλει μεγάλη προσπάθεια να γράψει το όνομα με όσα πιο πολλά ορθογραφικά λάθη μπορούσε. Ακόμη και ο ίδιος θα γελούσε αν μπορούσε να καταλάβει το αστείο. Την επόμενη στιγμή ο πίνακας έπεσε πάνω του σαν κύμα και τον έλουσε με τις λέξεις που τώρα είχαν απλώς μείνει γράμματα. Η τάξη γύρω του γελούσε και τον κοιτούσε μα αντί για συμμαθητές είχε όρκ από το τον Άρχοντα των δαχτυλιδιών και η δασκάλα ήταν ένας παράφρονας του Χάρι Πότερ που ήθελε να του φάει την χαρά. Έψαξε στην μνήμη του, η μαμά του του έδωσε ένα μαγικό ραβδί! Δεν ήταν μόνος!

Μια στιγμή αργότερα, βρέθηκε ξανά στο δικό του χώρο, εκεί που ένοιωθε πάντα ασφαλής. « Κι όμως είναι μαγικό!» Του είπε με πειθώ η μαμά του. « Και αυτό είναι ένα βιβλίο με ξόρκια.» Του έδωσε ένα βιβλίο που έδειχνε ένα παιδάκι κάτω από έναν όμορφο πίνακα και δίπλα ένα σκυλάκι. « Εδώ θα δεις πως να χρησιμοποιείς αυτό το ραβδί! Είναι για παιδάκια που..» Κοίταξε πίσω τις για μια στιγμή και μόλις θαρρείς πήρε κουράγιο, γύρισε ξανά και τον κοίταξε. « Είναι για παιδάκια μαγικά! Υπάρχουν κι άλλα σαν εσένα, δεν είσαι μόνος! Που έχουν πολλά να πουν μα δεν ξέρουν πως να γράψουν… ιστορίες».

«Σαν του παππού;»

«Ναι.»

«Παππού έχεις τέτοιο; έχεις»;

Η μαμά του τον έστρεψε ξανά προς το μέρος τις, άνοιξε το βιβλίο και του έδειξε μια εικόνα που το Ω μεγάλο έμοιαζε με τοξωτό γεφύρι και μικρό με χιονάνθρωπο πεσμένο. Σε μια άλλη σελίδα το ει ήταν ένα χιονάνθρωπος με το ραβδί του! « Αυτά εδώ είναι ξόρκια μυστικά!» Του είπε στο αφτί. « και όταν έρθει ξανά ο μαύρος πίνακας εσύ θα βγάλεις το μαγικό σου μολύβι και θα τον νικήσεις!»

Η τελευταία λέξη κέντρισε τον μικρό.

«Πίστεψε το»!

«Μαμά; ο παππούς πιστεύει στα φαντάσματα και λέει υπήρχαν κάτι πλάσματα που τα λένε Γρύπες!» Τις είπε έτοιμος να ξεχάσει το μαγικό του μολύβι.

Εκείνη του το έβαλε ξανά στο χέρι. « Μπορείς να τα γράψεις όλα αυτά! Όσα πιστεύεις ότι υπάρχουν, κι όταν τα γράψεις όλα.. Να μου τα φέρεις να τα διαβάσω»!

 

ΥΓ.  Το μικρό παιδί μου ζήτησε να σας πω!

 

Ο μικρός πρίγκηπας μεγάλωσε, έμαθε να γράφει και να αγαπά τα βιβλία. Μπορεί η δυσλεξία να μην τον άφησε και στη διαδρομή να του έβαλε εμπόδια, όμως ποτέ δεν τον νίκησε. Δίπλα μου πάντα στο ταξίδι αυτό είχα τους γονείς μου που ειναι  αστείρευτη πηγή πίστης στα θέλω και τα μπορώ μου. Μπορεί το μαγικό μου μολύβι να ήταν ένα κοινό μολύβι, όμως ήταν το σπαθί στην μάχη μου. Μια μάχη που κανείς δεν πρέπει να αντιμετωπίσει μόνος, ειδικά ένα μικρό παιδί. Γιατί που ξέρεις; Μπορεί το μικρό δυσλεξικό παιδί να γίνει και συγγραφέας… Για αυτό στηρίξτε τα παιδιά σας, διδάξετε τα σαν μαθητές σας και μια μέρα ίσως και εκείνα, όπως εγώ σήμερα, σας ευγνωμονούν!

Ο Γιώργος Καποδίστριας γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Πέρασε το µεγαλύτερο µέρος της ζωής του στην Κέρκυρα. Σε ηλικία έξι ετών έµαθε πως έχει δυσλεξία και ακολούθησε ειδικό πρόγραµµα εκµάθησης γραφής και ανάγνωσης. Σε ηλικία δεκαεννέα ετών, µαγεµένος από τις
ιστορίες των φανταστικών µυθιστορηµάτων και σε συνδυασµό µε την αγάπη του για την Ιστορία, ξεκίνησε να γράφει για πρώτη φορά “Τα Δάκρυα του Θεού”. Το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί χόµπι του ελεύθερου χρόνου του, µα την απόδειξη πως κάθε εµπόδιο µπορεί να ξεπεραστεί.
                                                Επικοινωνία με το συγγραφέα εδώ!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Share via
Copy link